χάρακας

χάρακας
ο
1) линейка; 2) транспарант (для письма); 3) столб, кол, подпорка (для деревьев)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "χάρακας" в других словарях:

  • χάρακας — Oνομασία 2 οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 310 μ.), στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου, του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται κοντά στον Πύργο. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (18 τ. χλμ.), στον οποίο ανήκουν και άλλοι 2 μικρότεροι οικισμοί, η Αγία… …   Dictionary of Greek

  • χάρακας — ο 1. τετραγωνικός ή κυλινδρικός κανόνας, με τον οποίο χαράζουμε ευθείες γραμμές, ρίγα: Χαράκωσέ μου με το χάρακα το τετράδιο αυτό. 2. βράχος. 3. παλούκι. 4. διχαλωτή ράβδος για υποστήριξη κλημάτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Χάρακας — Χάραξ pointed stake masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάρακας — χάραξ pointed stake masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Η περιορισμένη ή ειδική σχετικότητα,— — Από τις πιο επαναστατικές συνέπειες των αξιωμάτων που διατυπώθηκαν είναι αναμφισβήτητα η ανάγκη της εγκατάλειψης της έννοιας του απόλυτου χρόνου. Για να καταλάβουμε πως φτάνουμε στο αποτέλεσμα αυτό, ας φανταστούμε μια υποθετική βάση, που… …   Dictionary of Greek

  • αρίδα — η (AM ἀρίς, ίδος) 1. το τρυπάνι 2. φρ. «ηύρε η αρίδα ρόζο» (για απροσδόκητο εμπόδιο) μσν. νεοελλ. η ρίγα, ο χάρακας του μαραγκού νεοελλ. 1. η κνήμη ή το πόδι γενικότερα 2. φρ. (συνήθως με σκωπτική σημασία) «απλώνω, ξαπλώνω, τεντώνω την αρίδα μου» …   Dictionary of Greek

  • ρήγλα — η / ῥήγλα, ΝΜΑ, και ρίγλα Ν 1. ράβδος με την οποία ισιώνουν την επιφάνεια τών μέτρων χωρητικότητας τών σιτηρών 2. χάρακας, κανόνας νεοελλ. η ρίγα αρχ. 1. (κατά τον Ησύχ.) «ῥήγλαι σίδηρα ὡς ῥάβδοι» 2. ο έστωρ* (Ι). [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. regula… …   Dictionary of Greek

  • ρίγα — Πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Λετονίας. Βρίσκεται στις όχθες του δυτικού Ντβινά (Νταουγκάβα), κοντά στις εκβολές του στον κόλπο της Ρ. (Βαλτική). Ιδρυμένη το 1201 από τον επίσκοπο Αλβέρτο της Λιβονίας, έγινε επισκοπική έδρα και, στα μέσα του… …   Dictionary of Greek

  • Charakas — Harakas, Charakas, Khrakas, Ελλ.Χάρακας is a village in the municipality of Archanes Asterousia on Crete, Greece with about 1000 inhabitants. It is about 45 km south from Heraklion, which is the largest city of Crete. The village lies on the… …   Wikipedia

  • εξορύσσω — (AM ἐξορύσσω και ἐξορύττω) [ορύσσω] 1. σκάβω και βγάζω από τη γη (μεταλλεύματα) 2. βγάζω κάτι από τη θέση του 3. βγάζω τα μάτια, τυφλώνω αρχ. 1. αποκαλύπτω 2. (για φυτά) ξεριζώνω 3. (για νεκρούς) ξεθάβω 4. κατασκευάζω με εκσκαφή («χάρακας… …   Dictionary of Greek

  • κανονίς — κανονίς, ίδος, ἡ (Α) 1. μικρός χάρακας 2. σανίδα πάνω στην οποία τοποθετούσαν κατά σειρά τα πινάκια τών ηλιαστών που έβγαιναν από την κληρωτίδα 3. στον πληθ. αἱ κανονίδες οι εγκάρσιες ράβδοι που χρησιμοποιούνταν για τον ευθειασμό τών μηχανών.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»